Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

servo steering


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο steering παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: servo
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: steering, steer

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
steering n(mechanism in car, boat, etc.) (όχημα)σύστημα οδήγησης φρ ως ουσ ουδ
 (σκάφος)σύστημα πηδαλιούχησης φρ ως ουσ ουδ
 As he went around the tight corner, Jeremy realised with horror that something was wrong with the steering.
 Καθώς έπαιρνε την κλειστή στροφή, ο Τζέρεμι αντιλήφθηκε με τρόμο ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το σύστημα οδήγησης.
steering n(act of directing a vehicle, vessel) (όχημα)οδήγηση ουσ θηλ
 (σκάφος)πλοήγηση ουσ θηλ
 Thanks to Rachel's expert steering, the boat got safely into harbour.
 Χάρη στην άριστη πλοήγηση της Ρέιτσελ, το σκάφος μπήκε με ασφάλεια στο λιμάνι.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
steer [sth] vtr(vehicle) (κινούμε ή δίνω κατεύθυνση)οδηγώ ρ μ
 (δίνω κατεύθυνση)κατευθύνω ρ μ
 Mick steered the car along the country lanes.
 Ο Μικ οδηγούσε το αμάξι στα μονοπάτια της υπαίθρου.
steer [sb],
steer [sb] toward [sth]
vtr
figurative (towards option) (μεταφορικά: κπ προς κτ)κατευθύνω, οδηγώ, στρέφω ρ μ
 (μεταφορικά: κπ προς κτ)προσανατολίζω ρ μ
 (μεταφορικά: με επιμονή)σπρώχνω ρ μ
 Beth's parents steered her towards a career in finance.
 Οι γονείς της Μπεθ την προσανατολίζουν προς μια καριέρα στα οικονομικά.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
steer n(castrated bull)στειρωμένος ταύρος μτχ πρκ + ουσ αρσ
 A herd of steers was grazing in the field.
steer vi(pursue a course) (σε κάτι)πηγαίνω, κατευθύνομαι ρ αμ
 (κυριολεκτικά: για κάτι)βάζω πλώρη έκφρ
 The captain steered for shore.
steer vi(vehicle: be guided) (εύκολος, δύσκολος κλπ)είμαι ... στην οδήγηση έκφρ
 This car steers beautifully.
 Αυτό το αυτοκίνητο είναι εύκολο στην οδήγηση.
steer [sth] vtr(take in particular direction) (μεταφορικά)κατευθύνω, στρέφω, οδηγώ ρ μ
 Patrick soon steered the conversation around to his favourite topic.
steer [sth] vtr(oversee)επιτηρώ, επιβλέπω ρ μ
 This CEO has steered the company to its current world-beating position.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
steering | steer
ΑγγλικάΕλληνικά
power steering n(engine-assisted steering system)υδραυλικό τιμόνι ουσ ουδ
 I can't even remember what driving was like before power steering was invented.
steering column (machinery)στήλη τιμονιού, κολόνα διεύθυνσης φρ ως ουσ θηλ
steering committee n(group that sets schedules)επιτροπή συντονισμού ουσ θηλ
 The steering committee will meet in October to consider how to proceed.
steering fluid n(lubricant used in vehicle's power steering)υγρό τιμονιού, υγρό υδραυλικού τιμονιού φρ ως ουσ ουδ
steering gear n(machinery)μηχανισμός διεύθυνσης φρ ως ουσ αρσ
steering wheel n(control wheel of a vehicle)τιμόνι οχήματος έκφρ
 A driver should not need to take their hands off the steering wheel to turn on the indicator.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση servo steering στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «servo steering».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!